ἀνδράχνη

ἀνδράχνη
Grammatical information: f.
Meaning: plant name, `Portulaca oleracea', also `Sedum stellatum' (Thphr.)
Other forms: with dissim. ἀνδράχλη (Thphr.); also ἄνδραχνος f. (Paus.);
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unexplained. Fur. 288 compares ἀθραγένη, which is formally quite acceptable, i.e. a(n)TraK(e)n\/l-, with aspiration metathesis (393) and n\/l (388), the usual nasalization, and anaptyxis (of ε). Substr. origin is anyhow prob.
Page in Frisk: 1,105

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀνδράχνη — Arbutus Andrachne. fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδράχνῃ — ἀνδράχνη Arbutus Andrachne. fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανδράχνη — (andrachne). Φυτό ποώδες, άτριχο και μισοξυλώδες, που βρίσκεται σπάνια στη δυτική Ευρώπη και μόνο σε χέρσα εδάφη. Το είδος α. η τελεφιοειδής φύεται σε όλη την Ελλάδα, σε χέρσα και βραχώδη εδάφη. Η κοινή της ονομασία είναι αντράκλαγλυστρίδα και… …   Dictionary of Greek

  • ἀνδραχνῶν — ἀνδράχνη Arbutus Andrachne. fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδράχνην — ἀνδράχνη Arbutus Andrachne. fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδράχνης — ἀνδράχνη Arbutus Andrachne. fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντράκλα — κ. αντράχλα κ. ανδράκλα, η κοινή ονομασία του φυτού πορτουλάκη ή λαχανηρά ή ολισθηρίς, αλλιώς κ. γλιστρίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ανδράχλη < ανδράχνη, με ανομοίωση ή από συμφυρμό των αρχ. ουσ. ανδράχνη και ανδράχλη. Η ετυμολογία του αρχ. τύπου… …   Dictionary of Greek

  • Portulaca oleracea — Scientific classification Kingdom: Plantae (unranked) …   Wikipedia

  • ANDRACHNE — Grae Ἀνδράχνη, arbor Graecis peculiaris nec proin nomen habens in Latio, de qua vide Salmas. ad Solin. p. 510 …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γλιστρίδα — και γλιστερίδα, η και γλιστρίδι, το (Μ γλιστρία, η) [γλιστρώ] 1. το φυτό ανδράχνη η λαχανηρά, αντράκλα 2. φρ. «έχει φάει γλιστρίδα» φλυαρεί ακατάσχετα …   Dictionary of Greek

  • επιφύομαι — (AM ἐπιφύω και παθ. ἐπιφύομαι) [φύω, ομαι] 1. παθ. (και μτφ.) φυτρώνω, εκβλαστάνω από κάτι ως σάρκωμα ή εξόγκωμα, ως έκφυση (α. «τὸ δὲ ἱππομανές... ἐπιφύεται μέν, ὥσπερ λέγεται, τοῑς πώλοις, αἱ δὲ ἵπποι περιλείχουσι και καθαίρουσιν ἀποτρώγουσαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.